ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

1.   Antenatal LHRH - Trial

Πανευρωπαϊκό πρόγραμμα για τη χορήγηση LHRH σε εγκύους με επαπειλούμενο πρόωρο τοκετό με στόχο τον έλεγχο της συμβολής της παραπάνω ορμόνης στην πνευμονική ωρίμανση του εμβρύου. Συμμετοχή σε δύο διασκέψεις οι οποίες έγιναν στην Οξφόρδη (26-27/6/1995) και Βουλιαγμένη (7-8-9/6/1996), για την ολοκλήρωση του πρωτοκόλλου και τις τελικές ρυθμίσεις όσον αφορά τη συμμετοχή των κρατών, ως εθνικός αντιπρόσωπος. Συμμετείχαν αντιπρόσωποι από τη Μεγάλη Βρετανία, το Βέλγιο, τη Δανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελβετία και την Ιρλανδία και το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.   Preterm Delivery Screening Project - King’s College Hospital

Πρόγραμμα screening όλων των εγκύων οι οποίες παρακολουθούνται στο King’s College Hospital του Λονδίνου για την ανακάλυψη εγκύων υψηλού κινδύνου για πρόωρο τοκετό. Όλες οι γυναίκες υποβάλλονται σε έλεγχο του μήκους του τραχήλου με διακολπικό υπερηχογράφημα, έλεγχου του κολποτραχηλικού εκκρίματος για στρεπτόκοκκο-β, βακτηριδιακή κολπίτιδα και για ποσοτικό προσδιορισμό της εμβρυϊκής φιμπρονεκτίνης.

Συμμετείχα στον έλεγχο των γυναικών με διακολπικό υπερηχογράφημα στα Εξωτερικά Ιατρεία του Νοσοκομείου. Επίσης με τη μέθοδο Elisa προσδιόριζα τη συγκέντρωση της εμβρυϊκής φιμπρονεκτίνης στις κολποτραχηλικές εκκρίσεις.

3.   Uterine and Fetal Dopplers for the prediction of Pregnancy Induced Hypertension and IUGR

Όλες οι έγκυες που παρακολουθούνται στα Εξωτερικά Ιατρεία του Νοσοκομείου King’s College του Λονδίνου, υποβάλλονται σε Doppler’s των μητριαίων α στις 23 εβδομάδες. Εκείνες οι οποίες παρουσιάζουν notches επανελέγχονται με υπερηχογράφημα του εμβρύου και doppler’s των μητριαίων α, της ομφαλικής α και της μέσης εγκεφαλικής στις 28 και 32 εβδομάδες για να ελεγχθεί η εμβρυϊκή ανάπτυξη, μετριέται η αρτηριακή τους πίεση και εξετάζονται τα ούρα για λεύκωμα. Συμμετείχα στον έλεγχο των γυναικών αυτών στις 28 και 32 εβδομάδες, δίνοντας οδηγίες για την περαιτέρω παρακολούθησή τους ανάλογα με τα ευρήματα. Μελλοντικός στόχος είναι η χορήγηση ασπιρίνης στις εγκύους με αμφοτερόπλευρα notches και ο έλεγχος της πιθανής προστασίας που μπορεί να προσφέρει το φάρμακο από τις επιπλοκές αυτές.

4.   Prostaglandin Study - King’s College Hospital

Σκοπός είναι η διερεύνηση του μοριακού μηχανισμού ο οποίος συμμετέχει στον τελειόμηνο και στον πρόωρο τοκετό. Λαμβάνονται δείγματα από τις μεμβράνες (ξεχωριστά το άμνιο από το χόριο), τον ομφάλιο λώρο και  τον πλακούντα από τελειόμηνους τοκετούς, καισαρικές τομές επείγουσες και προγραμματισμένες, πρόωρους τοκετούς, διακοπές πρώτου και δευτέρου τριμήνου, τα οποία ψύχονται σε υγρό άζωτο και ακολούθως αποθηκεύονται σε ψυγείο στους -70ο C. Από τους ιστούς αυτούς θα εξαχθεί το RNA και αυτό θα χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του c-DNA. Αυτό στη συνέχεια χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της έκφρασης διαφόρων γονιδίων όπως του ενζύμου κυκλοοξυγενάση (COX) και της συνθετάσης του οξειδίου του Αζώτου (NOS). Το ένζυμο κυκλοοξυγενάση ρυθμίζει την έκκριση προσταγλανδινών στη μήτρα, ενώ η συνθετάση του οξειδίου του αζώτου ρυθμίζει τη σύνθεση του οξειδίου του αζώτου το οποίο έχει χαλαρωτική επίδραση στο μυομήτριο. Μια διαφορετική συγκέντρωση των παραπάνω ενζύμων στα διάφορα στάδια της εγκυμοσύνης, καθώς και στον πρόωρο από τον τελειόμηνο τοκετό  είναι πολύ πιθανή.

5.   Miscarriage study-King's College Hospital

Σε κάθε έγκυο που προσέρχεται για υπερηχογράφημα α΄ τριμήνου στο Harris Birthright Research Centre  και ανακαλύπτεται παλίνδρομη έκτρωση της προσφέρεται λήψη χοριακών λαχνών για προσδιορισμό του καρυότυπου και η λήψη αίματος για έλεγχο αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων (αντικαρδιολιπίνη και lupus anticoagulant). Σκοπός είναι η έρευνα της συμμετοχής των χρωμοσωμικών ανωμαλιών και του αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου στις παλίνδρομες εκτρώσεις και ειδικότερα ο έλεγχος του είδους των χρωμοσωμικών ανωμαλιών στο α΄ τρίμηνο.

6.Πρόβλεψη του πρόωρου τοκετού (ερευνητικό πρωτόκολλο -Π.Γ.ΝΑ. Αλεξάνδρα)

Σε όλες της γυναίκες οι οποίες παρακολουθούνται στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου μας θα δίνεται η δυνατότητα συμμετοχής στη μελέτη. Η εξέταση θα γίνεται μεταξύ 22+1 και 24+6 εβδομάδων. Η ηλικία της εγκυμοσύνης θα καθορίζεται με βάση την ΤΕΡ και το υπερηχογράφημα, ή όπου υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη των 7 ημερών με βάση μόνο το υπερηχογράφημα. Μετά την λήψη λεπτομερούς ιστορικού θα τοποθετούνται κολποδιαστολείς και θα λαμβάνεται κολποτραχηλικό υγρό για καλλιέργεια, άμεση μικροσκοπική εξέταση για παρουσία βακτηριδιακής κολπίτιδας και μέτρηση της εμβρυικής φιμπρονεκτίνης. Ακολούθως θα γίνεται μέτρηση του μήκους του τραχήλου με διακολπικό υπερηχογράφημα, χρησιμοποιώντας κεφαλή υπερήχων 5 MHZ. Η έγκυος θα τοποθετείται με κενή ουροδόχο κύστη, στην εξεταστική κλίνη υπό γωνία περίπου 45ο σε σχέση με το οριζόντιο επίπεδο.  Ως ελάχιστο όριο φυσιολογικού μήκους τραχήλου ορίζονται τα 15 mm. Σε εκείνες με μικρότερο μήκος θα δίνεται η δυνατότητα περίδεσης τραχήλου και στο τέλος της μελέτης θα χωρισθούν σε δύο ομάδες ανάλογα με το εάν υποβλήθηκαν η όχι σε περίδεση. Σε όσες επιλέξουν να μην υποβληθούν σε περίδεση θα χορηγούνται κορτικοστεροειδή (βηταμεθαζόνη 12 mg, δύο δόσεις με διαφορά 12 ωρών) στις 26 και 28 εβδομάδες, καθώς και το παραπάνω σχήμα χημειοπροφύλαξης για 5 ημέρες. Στις εγκύους οι οποίες θα θεωρηθούν ως υψηλού κινδύνου για πρόωρο τοκετό θα εξηγηθούν τα συμπτώματα και τα σημεία του πρόωρου τοκετού και θα τους ζητηθεί να καταφύγουν στον γυναικολόγο τους αμέσως με την τυχόν έναρξή τους. Επίσης θα τους ζητείται να απέχουν από σεξουαλικές επαφές. Τα δείγματα της εμβρυϊκής φιμπρονεκτίνης θα φυλάσσονται στους -70ο Κελσίου μέσα σε δύο ώρες από τη λήψη και όταν συλλέγεται ικανός αριθμός θα μετρούνται στο Harris Birthright Research Centre for Fetal Medicine, London. Η μέτρηση θα γίνεται με τη μέθοδο Elisa χρησιμοποιώντας αντιδραστήρια της εταιρείας Adeza (Adeza Biomedical Company, Sunnyvale,CA). Τα αποτελέσματα θα ταξινομούνται ως θετικά, η αρνητικά, με όριο διαχωρισμού τα 50 ng/mL. Το αποτέλεσμα της καλλιέργειας του κολπικού υγρού και της μέτρησης της εμβρυικής φιμπρονεκτίνης δεν θα ανακοινώνεται στις εγκύους και δεν θα χρησιμοποιείται στην κλινική αντιμετώπιση τους. Μετά τον τοκετό θα καταγράφονται οι παρακάτω λεπτομέρειες: α. Ηλικία της κύησης κατά τον τοκετό, β. Έναρξη του τοκετού (αυτόματη ή προκλητή), γ. Ενδειξη πρόκλησης τοκετού, δ. Πρόωρη ρήξη υμένων στην παρούσα κύηση, ε.Νεογνική επιβίωση και επιπλοκές

7. Χορήγηση προφυλακτικής αντιβίωσης μετά αμνιοπαρακέντηση ή λήψη τροφοβλάστης (ερευνητικό πρωτόκολλο -Π.Γ.ΝΑ. Αλεξάνδρα)

Σκοπός της μελέτης είναι ο έλεγχος της επίδρασης των αντιβιοτικών μετά από αμνιοπαρακέντηση στην ανάπτυξη χοριοαμνιονίτιδας, καθώς και η επίδρασή τους στο περιγεννητικό αποτέλεσμα. Επίσης θα ελεγχθεί η ύπαρξη προϋπάρχουσας μόλυνσης του αμνιακού υγρού πριν την επέμβαση και το είδος των μικροβίων που το μολύνουν, καθώς το αμνιακό υγρό είναι φυσιολογικά στείρο. Όλες οι γυναίκες οι οποίες προσέρχονται για αμνιοπαρακέντηση στο Τμήμα Εμβρυομητρικής Ιατρικής του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα θα λάβουν μέρος στη μελέτη. Τα πλήρη στοιχεία τους, όπως και το ιατρικό και μαιευτικό ιστορικό τους, καθώς και η ένδειξη για την επέμβαση θα καταχωρούνται  σε βάση δεδομένων ηλεκτρονικού υπολογιστή. Κατά την επέμβαση η οποία θα εκτελείται υπό άσηπτες συνθήκες, υπό συνεχή υπερηχογραφική καθοδήγηση, θα γίνεται λήψη μικρής ποσότητας αμνιακού υγρού (5 ml), το οποίο θα αποστέλλεται για χρώση κατά Gram, καλλιέργεια και μέτρηση της συγκέντρωσης σακχάρου. Κατόπιν  εκτός από τις προφορικές οδηγίες που θα τους δίνονται, θα συνταγογραφείται, ή όχι, ανάλογα με τον αριθμό μητρώου τους (μονός/ζυγός), αμπικιλλίνη, η οποία σύμφωνα με δημοσιευμένες μελέτες έχει την ικανότητα να συγκεντρώνεται στο αμνιακό υγρό, για τρεις ημέρες. Σε όλες θα συνταγογραφείται ριτοδρίνη (10 mg τρεις φορές/ημερησίως  για δέκα ημέρες) ως τοκόλυση. Σε όσες εγκύους τυχόν αποβάλουν θα δίνονται οδηγίες για την αποστολή του πλακούντα και των υμένων για παθολογοανατομική εξέταση και εύρεση ενδείξεων χοριοαμνιονίτιδας.

Μετά τον τοκετό θα σημειώνονται όλες οι λεπτομέρειες του περιγεννητικού αποτελέσματος όπως ηλικία και βάρος γέννησης, πρόωρη ρήξη υμένων, αιμορραγία, πρόωρη αποκόλληση πλακούντα, εμπύρετος λοχεία, νεογνική σηψαιμία, νεκρωτική εντεροκολίτιδα , πνευμονική υποπλασία, εγκεφαλική αιμορραγία, παραμονή σε θερμοκοιτίδα και νεογνικός θάνατος.

8. Πολυκεντρική μελέτη περίδεσης τραχήλου στην κύηση (ερευνητικό πρωτόκολλο -Π.Γ.ΝΑ. Αλεξάνδρα)

Η περίδεση τραχήλου χρησιμοποιείται στις κυήσεις οι οποίες θεωρούνται ως υψηλού κινδύνου για πρόωρο τοκετό. Αρκετές μελέτες από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν πρωτοπεριγράφηκε η τεχνική αυτή, ανέφεραν υψηλά ποσοστά επιτυχούς περιγεννητικού αποτελέσματος σε γυναίκες οι οποίες είχαν κακό μαιευτικό ιστορικό σχετιζόμενο με ανεπάρκεια τραχήλου. Συνολικά 22 μελέτες οι οποίες αφορούσαν 2662 γυναίκες στις οποίες έγινε περίδεση, ανέφεραν 86% νεογνική επιβίωση.

Υψηλά ποσοστά επιτυχίας αναφέρθηκαν επίσης σε περιπτώσεις επείγουσας περίδεσης, λόγω πρόωρης διαστολής τραχήλου, η οποία βρέθηκε σε γυναικολογική εξέταση. Συνολικά 26 μελέτες οι οποίες αφορούσαν 778 εγκύους ανέφεραν ποσοστό νεογνικής επιβίωσης 66%.

Αυτά τα εξαιρετικά αποτελέσματα, δυστυχώς δεν επιβεβαιώθηκαν σε τρεις τυχαιοποιημένες μελέτες σε ασυμπτωματικές εγκύους υψηλού κινδύνου για  πρόωρο τοκετό. Όμως στις μελέτες αυτές, σε όλες τις γυναίκες οι οποίες θεωρήθηκαν πολύ υψηλού κινδύνου έγινε περίδεση, ενώ τυχαιοποιήθηκαν μόνο αυτές με μέτριο ή μικρό κίνδυνο.

Κατά συνέπεια παρά τη μεγάλη βιβλιογραφία στο θέμα, υπάρχει αβεβαιότητα στην επιλογή των ασθενών οι οποίες μπορεί να ωφεληθούν από την περίδεση. Από τη στιγμή πού η μέτρηση του τραχήλου στις 23 εβδομάδες ανιχνεύει τις κυήσεις εκείνες οι οποίες είναι υψηλού κινδύνου για πρόωρο τοκετό, είναι σκόπιμο να επανεξεταστεί το πιθανό όφελος της περίδεσης τραχήλου στις εγκύους αυτές.

9. Ελεγχος της ροής της μητροπλακουντιακής κυκλοφορίας σε εγκύους με θετικούς βιοχημικούς δείκτες (ερευνητικό πρωτόκολλο -Π.Γ.ΝΑ. Αλεξάνδρα)

Σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση της δυνατότητας των Dopplers των μητριαίων α. της μητέρας για τον έλεγχο της μητροπλακουντιακής κυκλοφορίας κατά το β΄τρίμηνο της κύησης στις εγκύους με παθολογικό τριπλό test να ανιχνεύουν τις γυναίκες εκείνες οι οποίες έχουν υψηλό κίνδυνο για κακό περιγεννητικό αποτέλεσμα ή επιπλοκές της κύησης.

10. Μελέτη της διαπλακουντιακής μεταφοράς αντιμικροβιακών (ερευνητικό πρωτόκολλο -Π.Γ.ΝΑ. Αλεξάνδρα)

Μελέτη της συγκέντρωσης αντιβιοτικών στο αίμα της εγκύου και σε αυτό του εμβρύου σε γυναίκες οι οποίες πρόκειται να κάνουν διακοπή της κύησης στο δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Λήψεις μητρικού αίματος πραγματοποιούνται σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα μετά τη λήψη του αντιβιοτικού ενώ εμβρυϊκό αίμα λαμβάνεται με διακοιλιακή παρακέντηση πριν την γέννηση του εμβρύου. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό FetalDiagnandTherapy 2007;22:100-106.

11. Πρόωρος τοκετός και υποκλινική ενδομήτρια λοίμωξη. Η διαγνωστική και προγνωστική αξία διαφορετικών δεικτών φλεγμονής.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν αρκετές ενδείξεις οι οποίες συσχετίζουν τον πρόωρο τοκετό με τη λοίμωξη. Υψηλά ποσοστά φλεγμονής του αμνιακού υγρού ή των υμένων και ιστολογικής χοριοαμνιονίτιδας έχουν περιγραφεί σε κυήσεις με γέννηση χαμηλού σωματικού βάρους νεογνών.  Η πρόληψη της γέννησης προώρων νεογνών μπορεί να έχει δύο στόχους: α. την πρόληψη της έναρξης πρόωρου τοκετού ή β. την αναστολή του πρόωρου τοκετού μετά την έναρξή του. Η θεραπεία του πρόωρου τοκετού με τοκολυτικά ελάχιστα απέδωσε στη μείωσή του.  Έγκυες με ενδομήτρια λοίμωξη και πρόωρο τοκετό δεν ανταποκρίνονται συνήθως στη χορήγηση τοκολυτικών. Επίσης οι προσπάθειες πρόβλεψης και συνακόλουθης μείωσης της επίπτωσης του πρόωρου τοκετού είχε έως σήμερα περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Σε μια προσπάθεια να προφυλάξουμε τις εγκύους από ένα μεγάλο ποσοστό προώρων τοκετών θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε την επίδραση του συστηματικού ελέγχου και της θεραπείας γυναικών με δείκτες υποκλινικής λοίμωξης στο αμνιακό υγρό, στη βελτίωση του περιγεννητικού αποτελέσματος.

12. Ο ρόλος του ενδοθηλίου σε εγκύους υψηλού κινδύνου για εμφάνιση προεκλαμψίας.

Σκοπός της μελέτης είναι η συσχέτιση της αυξημένης αντίστασης της μητροπλακουντικής μονάδας κατά την Doppler υπερηχογραφία των μητριαίων αρτηριών, της συστηματικής ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας και του οξειδωτικού stress με την εμφάνιση προεκλαμψίας.  

13. Έλεγχος στο 1ο τρίμηνο της κύησης για μεταβολικό σύνδρομο σε συνδυασμό με doppler μητριαίων αρτ. για την πρόβλεψη προεκλαμψίας και υπολειπόμενης εμβρυικής ανάπτυξης

Το ερέθισμα για τη δημιουργία της προεκλαμψίας δεν είναι ξεκάθαρο. Αρχικά, η διαταραχή στο μηχανισμό διείσδυσης της τροφοβλάστης στις ελικοειδείς αρτηρίες, οι οποίες εξακολουθούν να παρουσιάζουν αρχιτεκτονική δομή όμοια με εκείνης της μη εγκύου και συνεπώς να μην διαστέλλονται(2), οδηγεί σε αυξημένες αντιστάσεις της μητροπλακουντικής μονάδας, και σε ταυτόχρονη μείωση της μητροπλακουντικής ροής που μπορεί να ανιχνευθεί μη επεμβατικά με Doppler  υπερηχογραφία των μητριαίων αρτηριών περί τις 23 εβδομάδες της κύησης. Τέτοιες διαταραχές στη μητριαία κυκλοφορία σχετίζονται επίσης με υπολειπόμενη ανάπτυξη των εμβρύων (IUGR). Η διαταραχή είναι ετερογενής και γιά αυτό η παθογένεση μπορεί να διαφέρει σε γυναίκες με διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου. Η παθογένεση της προεκλαμψίας σε πρωτοτόκες μπορεί να διαφέρει από αυτή σε γυναίκες με προϋπάρχουσα αγγειακή νόσο, πολύδυμη κύηση, σακχαρώδη διαβήτη, ή ιστορικό προεκλαμψίας. Το μεταβολικό σύνδρομο είναι μιά ομάδα προβλημάτων υγείας η οποία περιλαμβάνει παχυσαρκία (αύξηση του λίπους στην κοιλιά), υπέρταση, αύξηση των τριγλυκεριδίων, αύξηση του σακχάρου στο αίμα και χαμηλά επίπεδα HDL χοληστερόλης. Επίσης, τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει δείξει αυξημένη επίπτωση (κατά 3 έως 5 φορές) μεταβολικού συνδρόμου σε γυναίκες με ιστορικό υπέρτασης κατά την πρώτη τους κύηση. 

Σκοπός της μελέτης είναι η συσχέτιση της αυξημένης αντίστασης της μητροπλακουντικής μονάδας κατά την Doppler υπερηχογραφία των μητριαίων αρτηριών, και συνύπαρξης μεταβολικού συνδρόμου κατά το 1ο τρίμηνο της κύησης στο γενικό πληθυσμό, με την εμφάνιση προεκλαμψίας.  

14. Χορήγηση προβιοτικών σε πρόωρη ρήξη εμβρυικών υμένων

Πρόωρη ρήξη υμένων (ΠΡΥ) συμβαίνει σε περίπου 2-4% των κυήσεων πριν τις 37 εβδομάδες. Ευθύνεται σε ποσοστό 30-40% για πρόωρο τοκετό και 20% για περιγεννητική θνησιμότητα. Δεν έχει διευκρινισθεί απόλυτα γιατί συμβαίνει. Γνωστοί παράγοντες κινδύνου είναι: ιστορικό ΠΡΥ, ιστορικό πρόωρου τοκετού, κάπνισμα, και αιμορραγία κατά την κύηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις η ΠΡΥ υμένων σχετίζεται με χοριοαμνιονίτιδα.

Αρκετές μελέτες έχουν αποδείξει τη χρησιμότητα της χορήγησης αντιβιοτικών στην παράταση της λανθάνουσας φάσης και στην ελάττωση της μητρικής, εμβρυϊκής και νεογνικής νοσηρότητας. Οι μικροοργανισμοί οι οποίοι αποικίζουν τον κόλπο είναι προφανές ότι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση λοίμωξης μετά από ΠΡΥ και συνεπώς στο περιγεννητικό αποτέλεσμα. Τα προβιοτικά είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί οι οποίοι όταν χορηγούνται σε ικανές ποσότητες μπορούν να δράσουν ευεργετικά για τη μικροβιακή χλωρίδα του λήπτη. Έχει φανεί ότι συγκεκριμένα προβιοτικά που περιέχουν αλυσίδες γαλακτοβακίλλων, όταν χορηγούνται σε εγκύους μπορούν να αποικίσουν τον κόλπο και να αποκαταστήσουν τη φυσιολογική κολπική χλωρίδα φονεύοντας τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Για το λόγο αυτό μεγάλη συζήτηση έχει ξεκινήσει σχετικά με την ωφέλεια των προβιοτικών στην κύηση.   Σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση της επίδρασης της χορήγησης προβιοτικών σε εγκύους με πρόωρη ρήξη υμένων (ΠΡΥ) στο περιγεννητικό αποτέλεσμα (συνδυασμένη νεογνική θνητότητα και νοσηρότητα).

15. Συνδυασμός βιοχημικών δεικτών, ρινικού οστού, ανεπάρκειας τριγλώχινας, και φλεβώδους πόρου στην ανίχνευση χρωμωσωμικών ανωμαλιών στο β΄ τρίμηνο της κύησης

Το 1984 μια αναδρομική μελέτη ανακάλυψε συσχέτιση των τιμών της α-φετοπρωτείνης (AFP) με το σ. Down. Από τότε έως σήμερα η μέτρηση στο μητρικό αίμα διαφόρων βιοχημικών δεικτών φάνηκε ότι είναι χρήσιμη για έλεγχο πληθυσμού (screening) για το σ. Down, στο γενικό πληθυσμό. H AFP ήταν ο πρώτος βιοχημικός δείκτης ο οποίος ελέγχθηκε στο μητρικό αίμα και βρέθηκε να μεταβάλλεται σε περιπτώσεις εμβρύων με σ. Down. Η AFP παράγεται στο εμβρυϊκό ήπαρ και τα επίπεδά της στο μητρικό αίμα είναι περίπου 20-25% χαμηλότερα σε κυήσεις με σ. Down. Αυτή η ανακάλυψη αποτέλεσε τη βάση για το πρώτο screening test με βιοχημικούς δείκτες, για το σ. Down, στην κύηση. Η AFP όταν χρησιμοποιείται ως screening μπορεί να ανιχνεύσει το 20-25% των εμβρύων με σ. Down, χαρακτηρίζοντας ως θετικό το 3-5% του δείγματος πληθυσμού στο οποίο εφαρμόζεται.

Έτσι εάν όλες οι έγκυες πάνω από 35 έτη υποβάλλονταν σε αμνιοπαρακέντηση περίπου το 25-30% όλων των εμβρύων με σ. Down, θα μπορούσαν να ανιχνευθούν. Επίσης, εάν όλες οι έγκυες κάτω των 35 ετών υποβάλλονταν σε πρόγραμμα screening με μέτρηση της AFP στο μητρικό αίμα και γινόταν αμνιοπαρακέντηση σε όσες είχαν κίνδυνο για σ. Down ίσο ή μεγαλύτερο, με εκείνον μιας εγκύου άνω των 35 ετών, θα μπορούσε να ανιχνευθεί ένα άλλο 25% των εμβρύων με σ. Down. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να ανιχνευθεί περίπου το 50-55% του συνόλου των εμβρύων με σ. Down.

Ο λόγος για τον οποίο η AFP είναι χαμηλή σε κυήσεις με σ. Down, δεν είναι γνωστός. Μετά την παρατήρηση αυτή έγινε η υπόθεση ότι και μια άλλη ορμόνη της εμβρυοπλακουντιακής μονάδας, η ελεύθερη οιστριόλη (UE3) πιθανόν θα ήταν παρόμοια χαμηλή, καθώς και αυτή παράγεται στο εμβρυϊκό ήπαρ. Πράγματι η UE3 στο μητρικό αίμα βρέθηκε μειωμένη κατά 27% περίπου σε κυήσεις με σ. Down. Το κύριο όφελος από το συνδυασμό AFP και UE3 ως screening για σ. Down, δεν είναι η αύξηση της ευαισθησίας της μεθόδου, αλλά η μείωση των ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Ένας άλλος δείκτης ιδιαίτερα ευαίσθητος για το σ. Down, είναι η β-χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG) στο αίμα της μητέρας, ορμόνη η οποία παράγεται από τον πλακούντα. Βρέθηκε ότι τα επίπεδά της σε κυήσεις με σ. Down, είναι περίπου διπλάσια απ’ ότι σε φυσιολογικές κυήσεις. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτή η αύξηση δεν είναι γνωστός. Οι συγκεντρώσεις και των τριών δεικτών σε περιπτώσεις κυήσεων με σ. Down είναι παρόμοιες με αυτές που φυσιολογικά παρατηρούνται σε κυήσεις μικρότερες κατά 2-3 εβδομάδες. Έτσι έχει διαπιστωθεί η άποψη ότι οι τιμές αυτών των δεικτών αντανακλούν μια λειτουργική ανωριμότητα των οργάνων σε έμβρυα με σ. Down. Σήμερα μετρούνται η AFP, η UE3 και η hCG στο μητρικό αίμα στο 2ο τρίμηνο της κύησης (15-20 εβδομάδες) και οι τιμές τους σε συνδυασμό με την ηλικία της μητέρας προσδιορίζουν τον τελικό κίνδυνο για γέννηση παιδιού με σ. Down. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να ανιχνευθούν το 60% περίπου των εμβρύων με σ. Down, χαρακτηρίζονται ως θετικό το 5% περίπου του δείγματος που ελέγχθηκε. Οι κυριότερες χρωμοσωμιακές ανωμαλίες παρουσιάζουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά: 1) ανωμαλίες του προσώπου και του κρανίου, 2) διανοητική καθυστέρηση, 3) δομικές ανωμαλίες (π.χ. καρδιακές ανωμαλίες), 4) ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη. Τα περισσότερα χρωμοσωμιακά ανώμαλα έμβρυα έχουν εξωτερικές ή εσωτερικές ανωμαλίες οι οποίες είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν με το υπερηχογράφημα. Για κάθε χρωμοσωμιακή ανωμαλία υπάρχουν διαφορετικοί υπερηχογραφικοί δείκτες.

Με την πρόοδο της τεχνολογίας είμαστε σήμερα ικανοί να γνωρίζουμε υπερηχογραφικά σημεία τα οποία είναι μεν ενδεικτικά σ. Down, αλλά δε συσχετίζονται με νεογνική νοσηρότητα και θνητότητα. Αυτά τα σημεία βρίσκονται επίσης συχνά στο γενικό πληθυσμό, δηλαδή σε φυσιολογικά έμβρυα. Για το λόγο αυτό καλούνται ήπιοι δείκτες σ. Down. Ένας από αυτούς τους δείκτες περιγράφηκε τα τελευταία χρόνια και αφορά το ρινικό οστό. Η απουσία του ρινικού οστού στο α΄τρίμηνο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Μελέτες στο β΄τρίμηνο έδειξαν ότι περίπου το 65% των εμβρύων με τρισωμία 21 έχουν απλασία ή υποπλασία του ρινικού οστού.          Σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση της προγνωστικής αξίας του συνδυασμού των βιοχημικών δεικτών του β΄τριμήνου της κύησης και του ρινικού οστού στην ανίχνευση χρωμοσωμικών ανωμαλιών σε εγκύους υψηλού κινδύνου.

16. Ερευνητικό πρωτόκολλο παρακολούθησης του εμβρύου κατά τον τοκετό με τη χρήση ηλεκτροκαρδιογραφικής παρακολούθησης με το μηχάνημα STANS21

Η ηλεκτρονική παρακολούθηση του εμβρύου (ΗΠΕ) κατά τον τοκετό εισήχθη στην κλινική πράξη τη δεκαετία του 1960 και μετά την εισαγωγή της ο θάνατος του εμβρύου κατά τον τοκετό έγινε σπανιος ενώ η συχνότητα της νεογνικής νοσηρότητας, όπως αυτή εκφράζεται από τους νεογνικούς σπασμούς έχει ελαττωθεί. Η επίδραση όμως στο μακροχρόνιο αποτέλεσμα των νεογνών είναι πολύ μικρή και οι πληροφορίες που έδωσε η ΗΠΕ για τη φυσιολογία των αλλαγών του εμβρυικού καρδιακού ρυθμού είναι λίγες. Η πιο πρόσφατα προταθείσα μέθοδος παρακολούθησης του εμβρύου κατά τον τοκετό ως συμπληρωματική της ΗΠΕ είναι η ανάλυση του εμβρυικού ηλεκτροκαρδιογραφήματος και ειδικότερα του διαστήματος ST καθώς έχει φανεί από μελέτες ότι αλλαγές του διαστήματος αυτού σχετίζονται με αντιδράσεις του εμβρύου στην υποξαιμία. Ανύψωση του επάρματος Τ -όπως μετράται με το πηλίκο Τ/QRS καθώς το QRS διατηρείται σταθερό- σχετίζεται με την αιχμή των κατεχολαμινών, ενεργοποίηση των β-αδρενεργικών υποδοχέων, επακόλουθη γλυκογονόλυση και αναερόβιο μεταβολισμό στο μυοκάρδιο ως φυσιολογική αντίδραση στην υποξία. ¨Οταν όμως ο καρδιακός μύς δεν μπορεί να αντιδράσει με αυτό τον τρόπο (όπως σε ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης) δεν εμφανίζεται αυτή η ανύψωση του Τ αλλά μία προς τα κάτω κατεύθυνση του διαστήματος ST, δηλαδή κατάσπαση του ST, με μορφή διφασικού ST το οποίο διακρίνεται σε 3 βαθμούς. Στον πρώτο βαθμό παρά την προς τα κάτω διευθυνση του διαστήματος ST και τη διφασική μορφή του αυτό βρίσκεται ολόκληρο πάνω από την ισοηλεκτρική γραμμή, στον δεύτερο βαθμό το διάστημα τέμνει την ισοηλεκτρική γραμμή ενώ στον τρίτο βαθμό βρίσκεται ολόκληρο το διάστημα κάτω από αυτή. Δύο μεγάλες κλινικές μελέτες έχουν δείξει εντυπωσιακή μείωση στο ποσοστό επεμβατικών τοκετών για εμβρυική δυσχέρεια καθώς και μεγάλη μείωση των νεογνών που εμφάνισαν σημεία υποξίας κατά τον τοκετό.

 Σκοπός της μελέτης είναι να εφαρμόσουμε την μέθοδο ηλεκτροκαρδιογραφικής παρακολούθησης και ανάλυσης του διαστήματος ST του εμβρύου με τη μέθοδο STAN σε συνδυασμό με την συνήθη Ηλεκτρονική Παρακολούθηση του Εμβρύου (ΗΠΕ) κατά τη διάρκεια του τοκετού στο Μαιευτήριο «Αλεξάνδρα» και να συγκρίνουμε τα αποτελέσματα της με την απλή ΗΠΕ καθώς και με την παρακολούθηση με παλμική οξυμετρία σε συνδυασμό με ΗΠΕ. Τα μετρούμενα αποτελέσματα θα είναι: α) η μείωση του ποσοστού επεμβατικών τοκετών (καισαρικές τομές, εμβρυουλκίες) με ένδειξη την εμβρυική δυσχέρεια (αλλοιώσεις παλμών κλπ) και β) η μείωση της περιγεννητικής νοσηρότητας όπως αυτή εκφράζεται με το ποσοστό μεταβολικής οξέωσης κατά τον τοκετό, την εισαγωγη στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης Νεογνών και την εμφάνιση νεογνικής εγκεφαλοπάθειας.

(Χρηματοδοτούμενο πρωτόκολλο με 2600 Euro)

17. Η χρήση τραχηλικών πεσών σιλικόνης τύπου Arabin στην ανεπάρκεια τραχήλου στο β΄ τρίμηνο της κύησης και η επίπτωσή τους στη συχνότητα του πρόωρου τοκετού

Σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση της επίδρασης της χρήσης τραχηλικών πεσών στην επίπτωση του πρόωρου τοκετού και στην παράταση της κύησης σε εγκύους με μειωμένο μήκος τραχήλου στο 2ο ή στις αρχές του 3ου τριμήνου της κύησης. Σε εγκύους με μήκος τραχήλου < 25 χιλ. μετά από έγγραφη συγκατάθεση τοποθετείται πεσός τύπου Arabin. Ταυτόχρονα χορηγούνται καθημερινά κολπικά υπόθετα προγεστερόνης 200mg δις ημερησίως έως τις 37 εβδομάδες. Ο πεσός αφαιρείται στις 37 εβδομάδες ή με την έναρξη του τοκετού. Μετά τη γέννηση του νεογνού καταγράφεται το περιγεννητικό αποτέλεσμα. Τα αποτελέσματα θα συγκριθούν με την ομάδα των εγκύων στις οποίες χορηγούνται μόνο διακολπικά υπόθετα προγεστερόνης.

18. «Επίδραση των γονιδίων του μητρικού γονιδιώματος και εκφραζομένων πρωτεινών στο αμνιακό υγρό στην επίπτωση του πρόωρου τοκετού»

Η μελέτη αυτή έχει σκοπό να προσδιορίσει συγκεκριμένες πρωτείνες στο αμνιακό υγρό που εκφράζονατι μόνο σε γυναίκες που οδηγούνται σε πρόωρο τοκετό και όχι σε εκείνες που καταλήγουν σε τελειόμηνες κυήσεις. Επομένως αυτές θα μπορούσαν δυνητικά να χρησιμοποιηθούν ως biomarkers για τον καθορισμό του κινδύνου για πρόωρο τοκετό. Ο άλλος στόχος της έρευνας αυτής είναι να καθορίσει συγκεκριμένους πολυμορφισμούς γονιδίων του μητρικού γονιδιώματοςπου εμφανίζονται σε γυναίκες με πρόωρο τοκετό και όχι σε εκείνες που ολοκληρώνουν μια τελειόμηνη κύηση και επομένως να χρησιμοποιηθούν και αυτοί ως biomarkers πρόγνωσης του πρόωρου τοκετού.

19. Αξιολόγηση της αυχενικής διαφάνειας και της ανατομίας του εμβρύου στο 1ο τρίμηνο της κύησης με τη χρήση της 2D και 3D υπερηχογραφίας

Σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση της χρήσης της  3D υπερηχογραφίας ως εναλλακτικής της 2D υπερηχογραφίας στην εξέταση της ανατομίας του εμβρύου και στη μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας στο 1ο τρίμηνο. Η μελέτη αφορά εγκύους που προσέρχονται για υπερηχογράφημα αυχενικής διαφάνειας μεταξύ 11 και 14 εβδομάδες κυήσεως. Σε όσες δέχονται να συμμετάσχουν λαμβάνεται ένας 3D όγκος του εμβρύου ο οποίος εξετάζεται αργότερα. Τα αποτελέσματα του ελέγχου της εμβρυικής ανατομίας και της μέτρησης της αυχενικής διαφάνειας θα συγκριθούν με αυτά της κανονικής εξέτασης με 2D υπερηχογραφία.

20. Ο υπολογισμός του όγκου του πλακούντα και των Doppler των μητριαίων αρτ. και των βιοχημικών δεικτών στο 1ο τρίμηνο για την πρόβλεψη επιπλοκών της κύησης

Σκοπός της μελέτης είναι να διερευνήσει εάν ο συνδυασμός της μέτρησης του όγκου του πλακούντα, των Doppler των μητριαίων αρτ. και των βιοχημικών δεικτών στο 1ο τρίμηνο είναι ικανός να προβλέψει τις εγκύους που θα αναπτύξουν αργότερα προεκλαμψία. Η μελέτη αφορά εγκύους που προσέρχονται για υπερηχογράφημα αυχενικής διαφάνειας μεταξύ 11 και 14 εβδομάδες κυήσεως. Σε όσες δέχονται να συμμετάσχουν γίνεται μέτρηση του όγκου του πλακούντα με 3D υπερηχογραφία, Doppler των μητριαίων αρτ. Και ταυτόχρονα καταγράφονται οι τιμές της β-hCG και της PAPP-A, οι οποίες είναι απαραίτητες για την έκδοση του αποτελέσματος. Το περιγεννητικό αποτέλεσμα λαμβάνεται τηλεφωνικώς από τις ίδιες τις γυναίκες ή το θεράποντα ιατρό. Ακολούθως τα αποτελέσματα θα αναλυθούν στατιστικά σε σχέση με την ανάπτυξη προεκλαμψίας/υπερτασικής νόσου της κύησης. Από τη μελέτη εξαιρούνται έγκυες με πολύδυμη κύηση, διαβήτη, προυπάρχουσα υπέρταση, ή νεφρική νόσο.

21. «Προσδιορισμός των επιπέδων ενδοκρινών αναστολέων στο αμνιακό υγρό και συσχέτισή τους με τις συγκεντρώσεις τους στο αίμα εγκύων γυναικών. Μελέτη της επίδρασής τους στην εμβρυική ανάπτυξη, την έκβαση της κύησης και τη νεογνική νοσηρότητα»

Ενδοκρινής αναστολέας είναι κάθε εξωγενής ουσία που εμπλέκεται στη σύνθεση, την έκκριση, μεταφορά, χημική δέσμευση ή αποβολή των φυσικών ενδογενών ορμονών που είναι υπεύθυνες για την ομοιόσταση, την αναπαραγωγή και τις αναπτυξιακές διεργασίες. Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται συνθετικές χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται ως διαλύτες και τα απόβλητά τους, φυτοφάρμακα, οργανοχλωριωμένες ενώσεις, πολυχλωριωμένα διφαινόλια, διοξίνες, πλαστικοποιητές, φάρμακα, κ.α. Η έρευνα αυτή έχει στόχο την αναζήτηση της συγκέντρωσης των ενδοκρινών αναστολέων στο αμνιακό υγρό και κατά συνέπεια της έκθεσης του εμβρύου. Επίσης θα γίνει συσχέτιση με τα επίπεδά τους στο αίμα της εγκύου, με αποτέλεσμα την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη διαπερατότητα του μητροπλακουντιακού φραγμού και τη φαρμακοκινητική τους κατά την κύηση. Τέλος θα συσχετιστεί η συγκέντρωση των ενδοκρινών αναστολέων με την εμβρυική ανάπτυξη, την έκβαση της κύησης και τη νεογνική νοσηρότητα.

ΩΡΑΡΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

ΔΕΥΤΕΡΑ  13:00 - 22:00
ΠΕΜΠΤΗ  13:00 - 22:00

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

  Μιχαλακοπούλου 107, Αθήνα

  2107488561 | 6945235757

  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.